Η ομιλία, που καταχειροκροτήθηκε, της Ειρήνης Χλέντζου στον Διόνυσο

dscn0224

 

Στα θετικά της εκδήλωσης για τον εορτασμό  της Εθνικής Επετείου της 28ης Οκτωβρίου, στην Δημοτική Κοινότητα Διονύσου  του  δήμου Διονύσου, ήταν η ομιλία της Ειρήνης Χλέντζου, φιλολόγου  του Λυκείου Διονύσου, την οποία μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:

 

Σεβασμιότατε, αξιότιμοι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κυρίες και κύριοι, αγαπητά μας παιδιά,

Το 1940, μια κοινωνία διαιρεμένη και κουρασμένη από πολέμους και διχασμούς, από εκστρατείες και διαψεύσεις, από μεγάλες ιδέες και μικρές πράξεις, ενώθηκε και όρθωσε ανάστημα ενώπιον της έξωθεν απειλής. Εναντίον ενός εχθρού που απειλούσε όχι μόνο το έδαφος αλλά και το φρόνημα και την ταυτότητα και την ουσία, ό,τι είχε κερδηθεί με τεράστιες θυσίες και κόπο στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα. Ο εισβολέας απειλούσε το υπέρτατο αγαθό: την ελευθερία αυτοπροσδιορισμού. Υπό την έννοια αυτή, το ΄40 μαζί με την εθνική αντίσταση που ακολούθησε, αντήχησαν και επανέλαβαν, την πιο στέρεη παράδοση του έθνους, την ιδρυτική: τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821.

Με αγωνιστικότητα και αυταπάρνηση οι μαχόμενοι στα βουνά της Ηπείρου θέλησαν τότε να αποδείξουν ότι ήταν πολύ πιο άξιοι απ’ ότι έδειχναν τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί της εισβολής. Ο απολογισμός ήταν ήδη βαρύς: η εξουθενωτική διαμάχη βενιζελικών και φιλοβασιλικών, η Μικρασιατική καταστροφή, οι κύκλοι της εκδίκησης και της αντεκδίκησης, τα πραξικοπήματα. Το φάσμα της αλληλοεξόντωσης είχε παραγίνει σκοτεινό και τα μαθήματα από το παρελθόν δεν είχαν ακόμη αντληθεί. Σύμφωνα με τις ενδείξεις οι Έλληνες έδειχναν ότι βαίνουν προς την αυτοκαταστροφή τους. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου κολακευτικό για έναν λαό που αγαπά πολύ την επιβίωση του, κι αγαπά ακόμη περισσότερο την ιδέα που έχει για τον εαυτό του: την ιδέα ότι είναι ικανός ακόμη και την ροπή του προς την αυτοκαταστροφή να την αναχαιτίσει αν χρειαστεί. Και τον Οκτώβριο του ΄40 δόθηκε μια μοναδική ευκαιρία για να αποδειχτεί αυτή η ικανότητα.

Λαός και πολιτική ηγεσία ρίχτηκαν τότε στον αγώνα κατά του εχθρού για να ξεχάσουν ότι προηγουμένως εξαντλούνταν στις μεταξύ τους διαμάχες. Ενώ στην Πίνδο η δικαίωση θα μπορούσε να έρθει για όλους. Σαν ευλογία της Ιστορίας, σαν ανακούφιση με τη διαπίστωση ότι επιτέλους αυτός ο λαός, ο τόσο γήινος και βουτηγμένος στα πάθη του, μπορούσε να φθάσει στο ύψος του Ιδεατού. Για έναν τέτοιο λαό η εθνική ενότητα ήταν η πιο δυσπρόσιτη ιδέα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό προσπάθησε τότε να τη συλλάβει. Και για τον ίδιο λόγο όταν το κατόρθωσε ένιωσε την περηφάνεια που νιώθει κάποιος όταν επιτυγχάνει εκεί όπου οι άλλοι προεξοφλούν ότι θα αποτύχει.

Είναι, αλήθεια, δύσκολο σήμερα μέσα στο κλίμα του διάχυτου σκεπτικισμού των ημερών να κατανοήσουμε το περιεχόμενο αυτού του αισθήματος. Περηφάνεια – υπάρχει κάτι σήμερα στη ζωή μας για το οποίο θα ήμασταν περήφανοι; Τα ποσοστά που παρουσιάζουν σχετικές δημοσκοπήσεις είναι αποκαρδιωτικά. Γίνεται από τους περισσότερους αποδεκτό ότι ζούμε σε μια Ελλάδα «που μας ταιριάζει», που συνοψίζει δηλαδή τις αδυναμίες μας από τις οποίες θεωρούμε ότι θα ήταν πολύ κουραστικό να βγούμε. Οι λαοί όμως έχουν βαθιά ανάγκη να νιώθουν περήφανοι για κάτι που έπραξαν. Δύσκολο να απαλλαγούν απ’ αυτή την ανάγκη, είτε σε πόλεμο βρίσκονται είτε σε ειρήνη.

Η σύγχρονη ιστορία μας, μεγαλειώδης και τραγική ταυτόχρονα, δεν μας επιτρέπει ούτε την ψευδαίσθηση αλλά ούτε και την μεμψιμοιρία. Η κάθε επιτυχία συνεπέφερε και τις αντιφάσεις της. Ένα έθνος ολοκληρώνεται δύσκολα και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι κάθε δύσκολο επίτευγμά του ακολουθείται από την ακόμα δυσκολότερη διαχείρισή του. Ανακαλύψαμε το ‘40 ότι μπορούμε να στρατευθούμε για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια μας πέραν των αντιθέσεων μας, αλλά η μεταπολεμική διαχείριση της επιτυχίας μας υπήρξε, αν μη τι άλλο ατελής. Ίσως οι μεγάλες εθνικές επιτυχίες δεν είναι αυτές του ξεχωριστού συμβάντος και της υπέρτατης στιγμής, αλλά η διαχείριση των αντιφάσεων του έθνους σε μεγάλη διάρκεια: η οικοδόμηση των θεσμών, η βελτίωση της οικονομίας, η ποιότητα των πολιτικών σχέσεων, η παραγωγή πολιτισμού.

Σε κάθε περίπτωση, το 1940 και ο τότε υπέρ πάντων αγών υπήρξε καθοριστικός για τη σύγχρονη φυσιογνωμία μας. Η επιλογή, της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας, να ενταχθεί στον πόλεμο για την αποτροπή των σκοτεινών δυνάμεων της ευρωπαϊκής ιστορίας επέτρεψε τη συμμετοχή αργότερα στις τύχες του σύγχρονου κόσμου. Αυτού του κόσμου που δεν είναι ούτε και σήμερα χωρίς αντιφάσεις και δυσκολίες. Μένει η χρήση της μνήμης της έξαρσης εκείνης του ΄40 για να εξακολουθήσει ετούτος ο λαός, μέσα στις φοβερές επιταχύνσεις των Καιρών, να ζει και να δημιουργεί το νέο, αλλά και να αφομοιώνει το ξένο και το αλλότριο, όπως τόσους αιώνες τώρα.

Σήμερα, που διανύουμε μια κρίση πολύπλευρη, όχι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική και κοινωνική, η επαναπροσέγγιση των ιστορικών συμβάντων, η επανερμηνεία τους στη σύγχρονη σύμφραση επιβάλλεται από την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, από την ανάγκη εντοπισμού των δυνάμεων και των αντιφάσεων μας. Έναντι ποιου καλείται τώρα να αντισταθεί ο ελληνικός λαός; Ο κατακτητής δεν είναι πρόδηλος, όπως την 28η Οκτωβρίου του 1940. Η απειλή σήμερα δεν είναι μόνο έξωθεν. Το έξω πιέζει, κάποτε αφόρητα, αλλά δεν πιέζει μόνο την Ελλάδα. Η κρίση είναι διεθνής και πλήττει όλο το δυτικό κόσμο. Εχθρός είναι τώρα το πνεύμα του καιρού, η ομογενοποίηση και η απώλεια ταυτότητας, εχθρός είναι ο άβουλος εαυτός. Ο εχθρός είναι μέσα μας. Μια κίνηση αντίστασης, προϋπόθεση κάθε αναγεννητικής προσπάθειας, είναι η πατριδογνωσία και η απολύτως αναγκαία αυτογνωσία.

Κλείνοντας, οφείλω να πω ότι προφανώς η πολεμική ιστορία ενός έθνους, δεν είναι τα εμβατήρια και η ρητορεία, είναι οι πεσόντες στα πεδία των μαχών. Και είναι ειρωνεία ότι υπάρχουν δύο νεκροταφεία Γερμανών πεσόντων στη χώρα μας, ένα στο Μάλεμε της Κρήτης και ένα εδώ  στο Διόνυσο ενώ οι Έλληνες νεκροί παραμένουν σκορπισμένοι σε κενοτάφια και οστεοφυλάκια. Επιτρέψτε μου λοιπόν να κλείσω αυτή την ομιλία με δυο λόγια απλά, αλλά ταυτόχρονα συγκλονιστικά,  από το γράμμα ενός άγνωστου αμάχου «Εμείς τους έχομε θυσιάσει όλους για την πατρίδα. Πρώτα  πρώτα πήγαν ο Σωτήρης, ο Σπύρος, ο Νίκος, ο Βασίλης, μετά ο Τάσος, ο Προκόπης και ο Χρήστος, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, γιατί η πατρίδα μας κινδυνεύει». ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ’40 ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ. Ευχαριστώ.

Facebook Comments