Ο Υπερπληθωρισμός στην Ελλάδα και η Σταθεροποίησή του, 1943-1946

Άρθρο του Δημήτρη Γουνόπουλου

Καθηγητή Χρηματοοικονομικής και Λογιστικής του Πανεπιστημίου του Μπαθ, Μεγάλη Βρετανία
20804

ΕΙΣΑΓΩΓH

Ο Υπερπληθωρισμός στην Ελλάδα ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της κατοχής της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα και υπήρξε το αποτέλεσμα της υπερβολικής εξάρτησης της κυβέρνησης, της εποχής στο ‘πληθωριστικό φόρο’. Ο πληθωρισμός κορυφώθηκε το Νοέμβριο του 1944 μετά την πλήρη απελευθέρωσή του. Η ελληνική κυβέρνηση ανέλαβε τρεις προσπάθειες σταθεροποίησης της κατάστασης κατά τη διάρκεια δεκαοχτώ μηνών πριν τελικά επιτευχθεί η σταθεροποίηση των τιμών. Η τελική προσπάθεια συμπεριέλαβε φορολογικές μεταρρύθμισεις και τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης υπερκεντρικής τράπεζας. Αβεβαιότητα και αντικρουόμενες απόψεις περιβάλλουν σε αυτές τις περιστάσεις την προέλευση και τη φύση των εξόδων μετάβασης προς τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Η περίπτωση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αρκετή να απαντήσει όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με το υπερπληθωρισμό.

Eπτά πληθωριστικά επεισόδια, αρκετά σοβαρά να οδηγήσουν σε υπερπληθωρισμό, συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Μεταξύ αυτών είναι και η Ελληνική εμπειρία του 1943-1944. Σε όρους που σχετίζονται με τη μέση και μέγιστη μηνιαία αύξηση στις τιμές, η Ελληνική περίπτωση κατατάσσεται χαμηλότερα από την Ουγγαρία II αλλά πάνω από τη Γερμανία, αν και ως προς τη διάρκεια και τη συνολική αύξηση των τιμών ακολουθεί πίσω και από τις δύο περιπτώσεις. Όταν επιχειρήθηκε η αρχική σταθεροποίηση της οικονομίας η ελληνική κυβέρνηση πρότινε και ακολούθησε ανταλλαγή 50 δισεκατομμυρίων προς ένα της παλιάς δραχμή ως προς τη νέα δραχμή. Αυτό υπολύπεται από τις μετατροπές των 1 τρισεκατομμυρίου προς ένα για τη Γερμανία και 400 οκτωσεκατομμυρίων προς ένα για την Ουγγαρία II.

Σε αντίθεση με τις αρχικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τη Γερμανία, την Αυστρία καθώς και την Ουγγαρία Ι και ΙΙ ώστε να καταπολεμηθεί ο Υπερπληθωρισμός τους, η πρώτη προσπάθεια που επιχειρήθηκε στην Ελλάδα δεν πέτυχε τη σταθεροποίηση του επιπέδου των τιμών. Ο πληθωρισμός συνέχιστηκε για επιπλέον 15 μήνες, αν και σε πολύ πιο μειωμένο ποσοστό. Η σταθεροποίηση του επιπέδου των τιμών επιτεύχθηκε τελικά όταν, σε μια τρίτη μεταρρύθμιση, συγκεκριμένες νομικές και θεσμικές αλλαγές που κρίθηκαν απαραίτητες για την επιτυχή σταθεροποιήση τέθηκαν σε ισχύ. Η ελληνική προσπάθεια είναι παρόμοια από πολλές απόψεις με εκείνη των Πολωνών, των οποίων η επιτυχία σταθεροποίησης απαίτησε δύο μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια τριών χρόνων.
Κατά πόσο οι προσπάθειες σταθεροποίησης είναι δαπανηρές ως προς τη θεσπισή τους αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο θέμα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η πρότερη εμπειρία στη Γερμανία, την Αυστρία, την Πολωνία και την Ουγγαρία Ι και ΙΙ καταδεικνύει ότι μια αποφασιστική αλλαγή της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να ελαχιστοποιήσει το κόστος της μετάβασης που επηρεάζει την ανεργία και την απωλεσθείσα παραγωγή. Άλλοι αμφισβητούν αυτό τον ισχυρισμό, αναφέροντας την απουσία κλιμακωτών μακροπρόθεσμων ονομαστικών συμβάσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου του υπερπληθωρισμού ως την κύρια αιτία που η μεταβάση φαίνεται να είναι εύκολη. Ακόμα υποστηρίζεται από τους επιστήμονες ότι το κόστος που σχετίζεται με την προσαρμογή των προσδοκιών είναι αλληλένδετη με το κόστος μετάβασης. Επισημαίνουν τις μακροπρόθεσμες δαπάνες των σχετικών τιμών εξορθολογισμού προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα μετά τα οποία ακολουθεί η πλήρη σταθεροποίηση.

Ο ΥΠΕΡΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ
O υπερπληθωρισμός στην Ελλάδα εμφανιστηκε εξαιτίας του Β Παγκoσμίου Πολέμου. Στο ξέσπασμα του η Ελλάδα ήταν ουδέτερη, και όχι σε πλήρη πολεμική σύρραξη. Tο εξωτερικό εμπόριο και οι δασμολογικές εισπράξεις του, τα οποία αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για τη χώρα, μειώθηκαν. Η έλλειψη σε εισαγόμενες πρώτες ύλες οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της βιομηχανικής παραγωγής (κατά μέσο όρο 30 τοις εκατό χαμηλότερο το 1940 από ό, τι το 1939). Ο Πόλεμος, και πιο συγκεκριμένα η κατάκτηση της Αλβανίας από τους Ιταλούς, οδήγησε σε μη προγραμματισμένες αλλά αναγκαίες στρατιωτικές δαπάνες. Ενώ ο προϋπολογισμός παρουσίασε πλεόνασμα για τη χρήση 1939 (1η, Σεπτεμβρίου του 1938 – 31 Αυγούστου, 1939) περίπου στα 271 εκατομμύρια δραχμές, η μείωση των εσόδων και οι έκτακτες δαπάνες δημιούργησαν έλλειμμα 790 εκατομμυρίων δραχμών για τη χρήση του 1940. Η τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε σε έκδοση τραπεζογραμματίων για να καλύψει το έλλειμμα. Το ελληνικό φορολογικό σύστημα ήταν εξαρτώμενο από συγκεκριμένους φόρους και όχι από φόρους κατ ‘αξίαν, μια προσέγγιση η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό μειονέκτημα χωρών με την εμπειρία του υπερπληθωρισμού. Το σύστημα από μόνο του κατέστησε δύσκολο ώστε τα φορολογικά έσοδα να συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό.
Οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ελλάδα στις 28 Οκτώβρη του 1940. Η επέλαση των δυνάμεων του Άξονα άρχισε και ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1941. Κατά την περίοδο της αντίστασης ο προϋπολογισμός της Ελλάδας επιδεινώθηκε περαιτέρω. Τα φορολογικά έσοδα μειώθηκαν και οι δαπάνες για στρατιωτικές σκοπούς αυξήθηκαν 10 φορές. Προκαταβολές από την Τράπεζα της Ελλάδα συνέχισαν να χρηματοδοτούν το έλλειμμα. Οι τιμές αυξήθηκαν κατά την περίοδο αυτή 4,6 φορές, ενώ η προσφορά χρήματος αυξήθηκε περίπου από 1.8- έως 2.2-φορές.
Με την εγκατάσταση της κυβέρνησης στην Ελλάδα, θα περίμενε κανείς ότι το έλλειμμα θα μειωθεί. Αυτό δεν συνέβη. Δύο νέες δαπάνες αντικατάστησαν τα έξοδα για εξοπλισμούς: οι αποζημιώσεις, και η υποστήριξη του στρατού κατοχής των περίπου 400.000 ανδρών. Αυτά αποτελούσαν περίπου από το ένα τρίτο έως τα τρία πέμπτα του συνόλου των δαπανών κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδα εξέδωσε τραπεζογραμμάτια ώστε να αποπληρώσει και πάλι τους λογαριασμούς.
Οι αποζημιώσεις διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο στη δημιουργία του υπερπληθωρισμού σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία Ι και II. Οι Sargent, Galbraith, και Teichova πιστεύουν ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη Γερμανία και την Αυστρία επειδή προκάλεσαν αβεβαιότητα σχετικά με τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική. Ο Schuker, μάλιστα υποδεικνύει ότι η Γερμανία σκόπιμα κατέφυγε στη λύση του υπερπληθωρισμού ώστε να μειώσει τις αποζημιώσεις της. Δεν υπάρχουν αντίστοιχες αποδείξεις ότι η ελληνική κυβέρνηση σκόπιμα κατέφυγε σε πληθωριστικές χρηματοδοτήσεις ώστε να πείσει τις δυνάμεις του Άξονα να μειώσει τις αποζημιώσεις που απαιτούσαν. Είναι σαφές ότι μια αποζημίωση δεν είναι πάντα παρούσα. Η Πολωνία, η Κίνα και η Ρωσία είχαν υπερπληθωρισμό από αποδόσεις αποζημιώσεων. Η Βουλγαρία (μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), η Γαλλία και η Φινλανδία (μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) αναγκάστηκαν να καταβάλουν αποζημιώσεις, χωρίς παρουσία υπερπληθωρισμού.
Η Eλληνική Κυβέρνηση, από επιλογή ή ανάγκη, δεν εισήγαγε νέα φορολογία ώστε να καλύψει τις δαπάνες της. Ως απoτέλεσμα τα έσοδα μειώθηκαν, καλύπτοντας λιγότερο από το 6 τοις εκατό των δαπανών κατά το τελευταίο έτος της κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα. Η ύφεση ήταν η συνέπεια της καταστροφικής πτώσης του εθνικού εισοδήματος. Το 1938 το εθνικό εισόδημα ήταν περίπου στα 67,4 δισεκατομμύρια δραχμές, που σημαίνει μια πτώση σε πραγματικούς όρους περίπου 23 δισεκατομμυρίων το 1941 και 20 δισεκατομμυρίων το 1942. Εκεί παρέμεινε για τα επόμενα δύο έτη. Σε αναντιστοιχία με τον πληθωρισμό στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία I, το αρχικό στάδιο του ελληνικού πληθωρισμού δεν συνοδεύτηκε με οικονομική άνθηση, λόγω της πολιτικής οικονομικής εκμετάλλευσης και της απουσίας της πίστωσης. Παράλληλα και στην Ουγγαρία II η πίστωση δεν αποτέλεσε σημαντική πηγή για την αύξησης της κυκλοφορίας τραπεζογραμμματίων.
Οι τιμές οι οποίες ήταν συνδεδεμένες με την τιμή της χρυσής λίρα αυξήθηκαν κατά 155 φορές κατά τη διάρκεια της περιόδου 1941-1943 (και η προσφορά χρήματος αυξήθηκε 72 φορές), όμως η συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια, τα τέλη του 1942, και τις αρχές του 1943, υπήρξε ασυνήθιστη. Συγκεκριμένα η τιμή του χρυσού κορυφώθηκε τον Οκτώβριο του 1942, στη συνέχεια εξασθένισε σημαντικά. Μέχρι το Δεκεμβρη του 1942 είχε πέσει στο 43 τοις εκατό της αξίας του Οκτωβρίου. Περαιτέρω έπεσε ελαφρά και τον Ιανουάριο αλλά και τον Φεβρουάριο του 1943 είχε περίπου το 38 τοις εκατό της αξίας του Οκτωβρίου. Παρατηρητές συνέδεσαν την πτώση των τιμών στην προσδοκία ότι η απελευθέρωση της χώρας ήταν κοντά ιδαίτερα, μετά τις επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις των συμμάχων στη Βόρεια Αφρική. Άλλοι συνέδεσαν την πτώση με την άφιξη και τη διανομή αγαθών βοήθειας από τον Ερυθρό Σταυρό. Ο Πίνακας 1 καταγράφει την προοδευτική επιτάχυνση των τιμών, της προσφοράς χρήματος και το επίπεδο των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων.
Χωρίς τίτλο

Ο υπερπληθωρισμός στην Ελλάδα ξεκίνησε τον Οκτώβριο 1943, ενώ η χώρα ήταν υπό την κατοχή των δυνάμεων τον Άξονα. Υπήρξε μια ταχεία αύξηση στην κυκλοφορία του χρήματος, το οποίο υποκινήθηκε από τις προσδοκίες του πληθωρισμού. Στο αρχικό στάδιο της κατοχή από τις ξένες δυνάμεις οι αρχές επιδιώξανε πολιτική η οποία συγκράτησε την τάση της αύξησης. Βλέποντας ότι οι Ελληνες ήταν δισταχτικοί στο να αποδεχθούν τα τραπεζογραμμάτια, ανάγκασε τις αρχές να αρχίσουν πληρώμες με χρυσές λίρες και χρυσά Γαλλικά νομίσματα 20 φράγκων. Πάνω από 1.300.000 χρυσές λίρες εισήρθαν στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής.
Ενώ η συγκεκριμένη πρακτική μείωσε τον ρυθμό έκδοσης των τραπεζογραμματίων (χαρτονομισμάτων), παράλληλα αύξησε την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, για δύο λόγους. Μείωσε την εμπιστοσύνη των πολιτών για τη μελλοντική αξία της δραχμής, ενθαρρύνοντας τους να κρατήσουν τον πλούτο τους σε άλλες μορφές χρηματοοικονομικών εργαλίων. Έτσι δημιουργώντας ένα πιο ασφαλές υποκατάστατο απο τη κατοχή Δραχμών και τη κατοχή εμπορευμάτων, η πρακτική αυτή αύξησε την ελαστικότητα, και μείωσε τη ζήτηση για το εγχώριο χρήμα (δηλαδή, αύξησε την ταχύτητα). Κατά συνέπεια, η φορολογική βάση η οποία θα μπορούσε να συγκρατήσει τον πληθωρισμό μειώθηκε και το ποσοστό της έκδοσης τραπεζογραμματίων και του πληθωρισμού που απαιτείτο ώστε να δημιουργήσει μια σταθερή ροή των πραγματικών πόρων για τη κυβέρνηση αυξήθηκε.
Στις 18 Οκτωβρίου 1944 η ‘εξόριστη εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση επέστρεψε στην Αθήνα για να αντιμετωπίσει τον υπερπληθωρισμό και την καταστροφή που δημιούργησε ο πόλεμος. Ο πληθωρισμός συνέχιστηκε, αν και το κόστος αποζημίωσης, όπως και το κόστος των κατοχικών δυνάμεων, δεν επιβάρρυναν άλλο τον προυπολογισμό. Αντικαταστάθηκαν όμως από δαπάνες για επιδόματα ανεργίας και τη φροντίδα του μεγάλου αριθμού προσφύγων. Επιπλέον, επειδή η κυβέρνηση ασκούσε επιρροή μόνο στην περιοχή των Αθηνών (η κυβέρνηση του βουνού ελέγχε το υπόλοιπο της χώρας), είχε περιορισμένη ικανότητα να αυξήσει και να συλλέξει επιπρόσθετους φόρους. Οι καθημερινές δαπάνες και τα έσοδα της κυβέρνησης για το μήνα που προηγείται του πρώτου όπου καταβλήθηκε προσπάθεια σταθεροποίησης δείχνουν ότι τα έσοδα κάλυπταν περίπου 0,4 τοις εκατό των δαπανών, ενώ το υπόλοιπο καλυπτόταν με προκαταβολές από την Τράπεζα της Ελλάδας.
Η αύξηση στην ταχύτητα των διαδικασιών και η πτώση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων ανάγκασε την κυβέρνηση να θεσπίσει πρόγραμμα σταθεροποίησης με διαχείρηση μέσω του φόρου πληθωρισμού. Καθώς η φορολογική βάση υποχώρησε προς το μηδέν, η ικανότητα της κυβέρνησης να τη χρησιμοποιήσει ήταν ανεπαρκής. Η αύξηση στην ταχύτητα της αδυναμίας ήταν δραματική και φαίνεται από την πτώση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων. Την παραμονή της σταθεροποίησης τα πραγματικά υπόλοιπα ήταν μόνο περίπου 0,4 τοις εκατό τα αντίστοιχα του 1938. Οι Έλληνες κατά μέσο όρο κρατούσαν στα χέρια τους τα τραπεζογραμμάτια σε δραχμές για 40 ημέρες το 1938 πριν τα διοχετεύσουν στην αγορά. Αυτή η περίοδος μετατράπηκε μέχρι τις 10 Νοεμβρίου του 1944 σε περίπου τέσσερις ώρες.

Είναι δύσκολο να εξευρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιηθεί η σταθεροποίηση της οικονομίας. Οι Έλληνες και οι Βρετανοί σύμβουλοί τους προετοίμασαν το αρχικό πρόγραμμα με ιδαίτερη ταχύτητα. Μια σειρά από συγκυρίες εναντιώθηκαν στην επιτυχία του προγράμματος. Η ελληνική οικονομία κατέρρευσε μόλις 23 μέρες αφότου η εκλεγμένη κυβέρνηση επέστρεψε στην Αθήνα. Επειδή η σταθεροποίηση συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήταν αδύνατο να αποκατασταθεί το εμπόριο με το εξωτερικό. Οι κύριοι προπολεμικοί εμπορικοί έταιροι της Ελλάδας ήταν οι χώρες που ανήκαν στον Άξονα, και ήταν δύσκολο να ληφθούν αναγκαίες πρώτες ύλες για να αναζωογονήθει η εγχώρια βιομηχανία και το εμπόριο.
Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της 11η Νοεμβρίου είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Η κυβέρνηση περιορίστηκε σε υπερανάληψη των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών και η παλιά δραχμή μετατράπηκε σε νέα με ποσοστό 50 δισεκατομμύρια προς ένα. Η νέα δραχμή μετατρεπόνταν και σε Βρετανικές Στρατιωτικές Στερλίνες σε ποσοστό 600 προς ένα, αλλά μόνο σε παρτίδες μεγαλύτερες των 12.000 δραχμών. Εκτός από την παλαιά και νέα δραχμή, η στρατιωτική λίρα παρέμεινε νόμιμο χρήμα στην Ελλάδα μέχρι τις 31 Μαΐου, 1945. Δεν ήταν νόμιμο χρήμα στη Μεγάλη Βρετανία, ούτε μετατρέψιμο σε Βρετανικές διαπραγματεύσιμες στο Ηνωμένο Βασίλειο στερλίνες. Επιπλέον, η μετατρεψιμότητα δεν επέβαλε κανένα περιορισμοί σχετικά με τις δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές της κυβέρνησης. Οι Βρετανοί τροφοδότησαν την Ελλάδα με όσες Στερλίνες απαιτήθηκαν (μέχρι το ανώτατο όριο των £ 3,0 εκατομμυρίων οπότε η μετατρεψιμότητα θα έπαυε-το ανώτερο όριο όμως ποτέ δεν απαιτήθηκε). Η κυβέρνηση δεν χρειάστηκε να αλλάξει το φορολογικό σύστημα, ούτε ανακοίνωσε περικοπές δαπανών, καθώς υπήρχε η πεποίθηση ότι η πώληση των προϊόντων ενίσχυσης θα παρέχουν περίπου το 75 τοις εκατό των αναμενόμενων εσόδων της. Ο εμφύλιος πόλεμος του Δεκεμβρίου / Ιανουαρίου 1945 – 1946 δημιούργησε τεράστια προβλήματα και ανάγκασε το τυπογραφείο σε περαιτέρω έκδοση χρηματογραμματίων.
Οι τιμές αυξήθηκαν κατά τους πρώτους επτά μήνες μετά τη σταθεροποίηση, αλλά σε πολύ πιο ελεγχόμενο ποσοστό. Ο δείκτης κόστους ζωής αυξήθηκε 140 τοις εκατό (μετρούμενος από το Μάιο έως το Νοέμβριο). Επειδή ο δείκτης περιέχει αγαθά και υπηρεσίες (κυρίως ενοικίαση) των οποίων οι τιμές ήταν ελεγχόμενες από την Κεντρική Κυβέρνηση ώστε να είναι σταθερές. Όταν χρησιμοποιείται η τιμή της Χρυσής Λίρας η άνοδος αποτιμάται να είναι πάνω από 800 τοις εκατό. Το έλλειμμα του κυβερνητικού προϋπολογισμού μειώθηκε καθώς τα έσοδα αυξήθηκαν από 6,5 τοις εκατό των δαπανών το Φεβρουάριο 1945 σε περισσότερο από το μισό του Μαΐου του 1944. Σχεδόν το ήμισυ των εσόδων προήλθε από την πώληση αγαθών βοήθειας. Τα καθαρά έσοδα από τις πωλήσεις αυτές ήταν χαμηλά, επειδή το κόστος διανομής ήταν υψηλό. Το κόστος διανομής υπερέβη τα έσοδα των πωλήσεων το 1945, σε μεγάλο βαθμό επειδή η κυβέρνηση αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα βοηθείας ώστε να αναδιανέμει το εισόδημα. Όλο το πολεμικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων και των ειδών ένδυσης δόθηκαν δωρεάν από τους Βρετανούς.
Η συμπεριφορά των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων υποδηλώνει αποδοχή των μεταρρυθμίσεων. Η κυβέρνηση ήταν επιτυχής στην προσπάθειά της για αναζωογόνηση της οικονομίας. Μέχρι το Μάιο του 1945, το πραγματικό υπόλοιπο αυξήθηκε κατά 3-φορές (με τη χρήση της τιμής της Χρυσής Λίρας ως αποπληθωριστή), η οποία είναι συγκρίσιμη με την περίπτωση της Ουγγαρίας II (σε άλλες περιπτώσεις, η αύξηση ήταν: στην Αυστρία και την Ουγγαρία Ι, 2,1 φορές στη Πολωνία, 1.8 φορές και στη Γερμανία 1,3 φορές).
Κατά τη περίοδο του Απριλίου και του Μαΐου του 1945, οι Έλληνες αξιωματούχοι ανησύχησαν καθώς η οικονομία απέτυχε να αναζωογονηθεί, οι εξαγωγές υστερούσαν των εισαγωγών, και ο πληθωρισμός άρχισε να επιταχύνεται και πάλι. Η τιμή της χρυσής λίρας αυξήθηκε από 6.000 δραχμές προς ένα στις 2 Απριλίου σε 11.000 προς ένα την 1η Μαίου και 19.500 προς ένα στις 3 Μαΐου. Στις 3 Ιουνίου, έγινε Υποιυιργός Οικονομικών ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, εξέχων οικονομολόγος της εποχής1. Ο Βαρβαρέσος σκέφτηκε ότι η αποτυχία της Ελλάδας να ανακάμψει οικονομικά προκλήθηκε από την ανεπαρκή βοήθεια από το εξωτερικό και την έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου από το κράτος. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος έθεσε σε εφαρμογή ένα φιλόδοξο αλλά ασυνάρτητο πρόγραμμα αποκατάστασης, προκειμένου να δημιουργήσει αύξηση της ξένης βοήθειας, να αναζωογονήσει την εγχώρια παραγωγή, και να επιβάλλει ελέγχους σχετικά με τους μισθούς και τις τιμές. Το εισόδημα που ανακτήθηκε μέσα από αυτές τις ενέργειες αναδιανεμήθηκε στις εργατικές και φτωχότερες τάξεις.

 

1 Ως βασικό στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Βαρβαρέσος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οικονομική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων. Το 1931 διαφώνησε με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Αλέξανδρο Διομήδη, ως προς την παραμονή της δραχμής στον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Ως υπουργός οικονομικών στις κυβερνήσεις Βενιζέλου, εγκατέλειψε τον χρυσό κανόνα και ρύθμισε το εξωτερικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος Ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, συμμετείχε σε όλες τις διαπραγματεύσεις για την οικονομική ενίσχυση της Ελλάδας καθώς και στην ίδρυση της Διεθνούς Τράπεζας. Από τη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης προσπάθησε να επιβάλει πρόγραμμα σταθεροποίησης, το οποίο όμως κατέληξε σε αποτυχία με αποτέλεσμα να παραιτηθεί. Το 1952 υπέβαλε έκθεση στην κυβέρνηση, ύστερα από πρόταση αυτής, προκειμένου να λυθεί το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, χωρίς όμως τελικά να γίνει δεκτή. 

 
Η βοήθεια που ήρθε από το εξωτερικό, ήταν της τάξης των ($ 300 εκατομμύριων για το 1945 ενώ $ 25 εκατομμύρια πίστωση προύλθαν από την Τράπεζα Εισαγωγών-Εξαγωγών των Ηνωμένων Πολιτείεων (United States Export-Import Bank). Προκειμένου να αναζωογονήσει την εγχώρια παραγωγή, η κυβέρνηση προσπάθησε να μειώσει το ποσό των αποταμιεύσεων σε ράβδους χρυσού, και να τονώσει το κίνητρο για εργασία με την αύξηση των μισθών των χαμηλόμισθων εργαζομένων (συμπεριλαμβανομένων και των δημοσίων υπηρεσιών) και τη μείωση των τιμών σε ένα μεγάλο αριθμό αγαθών. Οι έλεγχοι στη συνέχεια εντάθηκαν τόσο στην παρακολούθηση των τιμών της λιανικής πώλησης όσο και στο εξορθολογισμό των μισθών και των ημερομίσθίων. Μια ειδική αστυνομική δύναμη αγοράς δημιουργήθηκε για την επιβολή των ελέγχων. Όμως αυτές οι προληπτικές ενέργειες απλώς επιδείνωσαν το έλλειμμα του προϋπολογισμού, με τη μείωση των εσόδων και αύξηση των δαπανών. Ο Βαρβαρέσος απάντησε με ένα ειδικό φόρο επί των μισθωμάτων καθώς τα μισθώματα είχαν παγώσει στην Ελλάδα από το 1940 και τα έσοδα ήταν ασήμαντα. Προκειμένου να αξιοποιήσει αυτή τη πηγή εισοδημάτων για το κράτος η κυβέρνηση ταξινόμησε όλες τις εμπορικές, βιομηχανικές και επαγγελματικές δραστηριότητεσ σε τρεις μεγάλες κατηγορίες και επέβαλε μηνιαία αξιολόγηση ίση με 15, 10, και 6 φορές μηνιαίων μισθωμάτων για τους ενδιαφερόμενους. Κατ αυτό τον τρόπο οι επιβαρρυνόμενοι θα ακολουθήσουν τις αποφάσεις της αστυνομίας της αγοράς που συνήθως ήταν να επιβάλει αυστηρούς ελέγχους τιμών. Η κυβέρνηση προσδοκούσε ο φόρος να αποδώσει 2,5 έως 3,0 δισεκατομμύρια δραχμές το μήνα, ένα ποσό επαρκές για την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού.
Η ελληνική δημόσια διοίκηση, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει το πρόγραμμα. Επιπλέον, ο ειδικός φόρος ενοικίασης προκάλεσε τους εμπόρους, τους φύλακες, τους ιδιοκτήτες εργοστασίων, τους γιατρούς, οι οποίοι άρχισαν να κλείνουν επιχειρήσεις σε μαζικές διαμαρτυρίες. Μέχρι τα μέσα Αυγούστου οι Έλληνες πολίτες ανοιχτά παρέκαμπταν τις ανώτατες τιμές και την αστυνομία της αγοράς η οποία αποδείχθηκε αναποτελεσματική. Ο Βαρβαρέσος παραιτήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου.
Οι τιμές ενώ μειώθηκαν τον Ιούνιο του 1945, αυξήθηκαν απότομα τον Ιούλιο, ‘οπως και τον Αύγουστο. Οι εισφορές για τους τρεις μήνες κάλυπτε το 47, 75, και 58 τοις εκατό των δαπανών, αντίστοιχα. Οι έλεγχοι που επιβλήθηκαν από το Βαρβαρέσο είχαν ατονίσει και κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις υπήρξαν μόνο χάρη στο φόρο ενοικίου. Για να αντισταθμίσει την έλλειψη εσόδων, η κυβέρνηση επέβαλε πρόσθετους φόρους, αλλά το έλλειμμα επιδεινώθηκε. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων μηνών του 1945 οι εισπράξεις καλύψαν το 52, 51, 56, και 39 τοις εκατό των δαπανών. Παρά τη βοήθεια που προήλθε από τα Ηνωμένα Έθνη και τη Βρετανία οι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να διαχειριστούν το αυξανόμενο έλλειμμα στον προϋπολογισμό τους. Η εμπιστοσύνη των πολιτών μειώθηκε, όπως μετρήθηκε από την πτώση των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων που κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 1945, έξι φορές στο επίπεδο Δεκεμβρίου 1944. Στη συνέχεια έπεσαν ταχύτατα και διαμορφώθηκαν μόνο στο 40 τοις εκατό περισσότερο από το τέλος του 1945.
Η βρετανοί προτείνανε ένα σχέδιο για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής ευημερίας στην Ελλάδα το οποίο ονομάστηκε Αγγλο-Ελληνική Σύμβαση. Οι διαπραγματεύσεις της ολοκληρώθηκαν στις 24 Ιανουαρίου του 1946, και έδωσαν προτεραιότητα στην τιθάσευση του πληθωρισμού μέσω μεταρρυθμίσεων του προϋπολογισμού. Οι μεταρρυθμίσεις αφορούσαν τη προσαρμογή συγκεκριμένων φορολογικών συντελεστών, βελτιωμένες μεθόδους είσπραξης των φόρων, και επέβαλες ότι οι αυξήσεις των εσόδων από την πώληση αγαθών βοήθειας. Προκειμένου να καταστήσει δύσκολο για την κυβέρνηση τη λήψη προκαταβολών από την Τράπεζα της Ελλάδα, η σύμβαση καθόριζε τη δημιουργία «μιας επιτροπής συναλλάγματος η οποία θα έχει εκ του νόμου τη διαχείριση των τραπεζογραμματείων» και ότι «οι εξελίξεις που θα αφορούσαν το νόμισμα θα γινόταν μόνο με την ομόφωνη έγκριση της Επιτροπής”. Η επιτροπή αποτελείτο από τρεις Έλληνες μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ένα Βρετανό και έναν Αμερικανό. Συγκλίθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1946 και συνέχισε τη λειτουργία της ελέγχοντας την ελληνικής οικονομίας εως τις αρχές του 1950. Μέσω των ελέγχων της στο φλέγον θέμα των τραπεζογραμματίων αυτή η υπερκεντρική τράπεζα άσκησε βαθύτατη επιρροή στις κυβερνητικές δαπάνες, στα συναλλαγματικά διαθέσιμα και τις πιστώσεις.
Για την ενδυνάμωση της δημοσιονομικής και νομισματικής πειθαρχίας, η Ελλάδα συναίνεσε για τη σταθεροποίηση της δραχμής σε όρους στερλίνας και του δολαρίου, μέσω ανοικτών πράξεων αγοράς χρυσών λιρών (η δραχμή υποτιμήθηκε και η ισοτιμία καθορίστηκε σε τιμές που απέτρεπαν τη λειτουργία της μαύρης αγοράς). Αυτό συνέβαλε στην ανοικοδόμηση της εσωτερικής μετατρεψιμότητας του χρυσού. Το επίπεδο αποθεμάτων σε χρυσό αποτέλεσαν το δείκτη του βαθμού των πληθωριστικών πιέσεων και της ανάγκης για ανάληψη δράσης από την Νομισματική Επιτροπή.
Η Τράπεζα της Ελλάδας ξεκίνησε τις πωλήσεις χρυσών λιρών στην ελεύθερη αγορά. Οι τιμές άρχισαν να πέφτουν. Η δημοσιονομική επιδείνωση συνεχίστηκε και στις αρχές του 1946 (τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο τα δημοσιονομικά έσοδα καλύπταν μόνο το 45 και 36,5 τοις εκατό των δαπανών, αλλά αυξήθηκαν σε πάνω από 50 τοις εκατό το Μάρτιο), αλλά στη συνέχεια η κατάσταση βελτιώθηκε. Για το Φεβρουάριο και το Μάρτιο η κυβέρνηση δανείστηκε 204 δισεκατομμύρια δραχμές από την Τράπεζα της Ελλάδα, αλλά μόνο 196 δισεκατομμύρια για τους επόμενους 9 μήνες του 1946.
Η βελτίωση του εθνικού εισοδήματος βοήθησε στη σταθεροποίηση. Αυξήθηκε 62 τοις εκατό το 1946 και 34 τοις εκατό το 1947 (το 1946 ήταν ακόμα περίπου στο μισό του επιπέδου του 1938). Η εμπιστοσύνη του κοινού αποκαταστάθηκε, όπως αποδεικνύεται από την 4-πλάσια αύξηση των πραγματικών υπολοίπων, συγκριτικά με την άνοδό τους στη Γερμανία και την Ουγγαρία II ένα χρόνο μετά τις επιτυχείς σταθεροποιήσεις τους (στην Αυστρία και την Ουγγαρία Ι η άνοδος ήταν 2,6 φορές και στην Πολωνία 2,5 φορές). Έως τη 31η Ιανουαρίου 1947, οι πολίτες κατείχαν υπόλοιπο σε πραγματικά χρήματα περίπου 40 τοις εκατό περισσότερα από αυτά που διαθέτανε, κατά μέσο όρο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε μηνών του 1939. Ο υπερπληθωρισμός εμφανέστατα είχε μακροχρόνια επίδραση στις επιλογές των περιουσιακών στοιχείων που διαθέταν οι Έλληνες και τις συναλλαγές στις οποίες κατέφευγαν.

ΙΙΙ. ΕΞΟΔΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ
Οι ιστορικές μελέτες και προσομοιώσεις των καμπυλών Phillips για τις σύγχρονες βιομηχανοποιημένες χώρες δείχνουν ότι η μετάβαση από τον υψηλό πληθωρισμό στη σταθεροποίηση του επιπέδου των τιμών μπορεί να είναι παρατεταμένη και δαπανηρή διαδικασία. Οι επικριτές προεξοφλούν τα αποτελέσματα, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά των οικονομικών παραγόντων δεν παραμένει αμετάβλητη όταν οι νομισματικοί και φορολογικοί διαχειριστές αλλάζουν. Αντ’ αυτού, τροποποιούν τις προσδοκίες τους και τις απαιτήσεις για αποζημίωση, επιτρέποντας σύντομες μεταβατικές περιόδους και μικρή πτώση στη παραγωγή όπως και απώλεια κάποιων θέσεων απασχόλησης.

Επειδή η σταθεροποίηση στις οικονομίες που βιώνουν υπερπληθωρισμό περιλαμβάνει δραστικές αλλαγές στους διαχειριστές και τις κυβερνήσεις, τα εγχειρήματα σταθεροποιήσεων έχουν γίνει πεδίο στο οποίο υπησέρχονται κριτικές. Ο Sargent ισχυρίζεται ότι τα αποδεικτικά του στοιχεία υποστηρίζουν τη θεωρία των ορθολογικών προσδοκιών καθώς η ανεργία, είτε μειώθηκε (Γερμανία), εξισορρόπησε (Ουγγαρία Ι και Πολωνία), είτε αυξήθηκε (Αυστρία). Στην Ουγγαρία ΙΙ η αύξηση της ανεργίας ήταν μικρότερη από ό,τι αναμενόταν και θα μπορούσε να οφείλεται σε άλλους παράγοντες. Γενικότερα υπάρχουν λόγοι για την αμφισβήτηση της συνάφειας των
συμπερασμάτων σε άλλες χώρες. Σε κάθε περίπτωση η σταθεροποίηση συνέβη κατά τη διάρκεια μεγάλων διαρθρώσεων, γεγονός που καθιστά δύσκολο να εντοπιστεί το ακριβές κόστος της.

Για παράδειγμα, η Αυστρία και η Ουγγαρία Ι έχασαν μεγάλο μέρος των εδαφών της. Πιο συγκεκριμένα η Αυστρία αναγκάστηκε να απορροφήσει μεγάλο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων από την παλιά αυτοκρατορία της. Η Γερμανία επίσης έχασε σημαντικά εδάφη και η Ουγγαρία II αποτέλεσε ένα σημαντικό πεδίο διεκδικήσεων. Οι οικονομίες που πλήττονται από υπερπληθωρισμό είναι απίθανο να έχουν μακροπρόθεσμες ονομαστικές συμβάσεις και οικονομικούς παράγοντες με προσδοκίες οι οποίες προσαρμόζονται σε νέα δεδομένα. Η ταχεία μείωση του πληθωρισμού μπορεί να συμβεί χωρίς σοβαρό κόστος.

Η Ελληνική πραγματικότητα μας παρέχει περαιτέρω συμπεράσματα. Ενώ το πραγματικό εθνικό εισόδημα και η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά τα έτη 1946 και 1947 ενώ η ανεργία μειώθηκε από 197.000 το καλοκαίρι του 1946 σε 122.000 στις 31 Δεκεμβρίου, 1947, λίγες συμβάσεις ήταν σε ισχύ κατά τη διάρκεια της σταθεροποίησης

Ο Garber υποστηρίζει ότι οι απόψεις του Sargent περί των εξόδων μετάβασης αποτελούν ένα πολύ στενό πλαίσιο σκέψης. Υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν οι παράγοντες της οικονομίας προβλέψουν σωστά και ανταποκριθούν στις νέες κυβερνητικές πολιτικής, η μεγάλη ανεργίας και τα υπέρογκα εξόδα θα μπορούσαν να εξακολουθούν να προκύπτουν. Αυτό επειδή σε περιπτώσεις πληθωρισμού οι τιμές είναι πολύ πιθανόν να αλλάξουν: όπως και οι μισθοί σε σχέση με τα κέρδη, οι μισθοι εξειδικευμένου προσωπικού σε σχέση με τους μισθούς ανειδίκευτου προσωπικού και τα καταναλωτικά αγαθά σε σχέση με τα παράγωγα αγαθά.

Οι αλλαγές δημιουργούν κίνητρα για τη μεταβολή στην ένταση παραγωγής του κεφαλαίου, την τεχνική φύση του κεφαλαίου, την ποσότητα του κεφαλαίου και την κατανομή των πόρων. Οι αλλαγές γίνονται συχνά πραγματικότητα με χαμηλότοκα δάνεια και με κυβερνητικές ενέργειες, που αφορούν τη χρήση των εσόδων από το φόρο πληθωρισμού ώστε να επεκταθεί το μέγεθος των κρατικών ελεγχόμενων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι και οι δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Επιπλέον, η επιθυμία για την μείωση της σπατάλης ενθαρρύνει τη θεωρία της ‘κάθετης ολοκλήρωσης’. Μόλις ολοκληρωθεί η σταθεροποίηση και οι σχετικές τιμές προσαρμοστούν σε ένα νέο σταθερό επίπεδο, νέα κίνητρα τα οποία έχουν ως στόχο την αλλαγή της βιομηχανικής δομής μπορεί να προκαλέσουν απώλειες στην παραγωγής και άνοδο της ανεργίας. Ο Garber παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το κόστος ήταν σημαντικό για τη Γερμανία και δεν έχει έγινε εμφανές παρά μόνο την περίοδο 1925-1926.

Τα δεδομένα δεν είναι διαθέσιμα ώστε να βοηθίσουν στον υπολογισμό των δαπανών εξορθολογισμού για τις άλλες χώρες που βιώσαν Υπερπληθωρισμό. Μπορεί να είναι σχετικά λίγα στην ελληνική περίπτωση καθώς η Ελλάδα δεν βιώσε βιομηχανική έκρηξη, το εθνικό της εισόδημα της ήταν για χρόνια σε υποτονική φάση, πιστώσεις δεν λαμβαναν μέρος, και τα έσοδα από το φόρο πληθωρισμού δεν χρησιμοποιήθηκαν για την επέκταση των κρατικών επιχειρήσεων.

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η προέλευση του υπερπληθωρισμού στην Ελλάδα είναι παρόμοια με εκείνη των άλλων χωρών που βίωσαν αντίστοιχη οικονομική αστάθεια και κατά τη διάρκεια του οποίου οι κυβερνήσεις στηρίχθηκαν ιδαίτερα στο φορολογικό πληθωρισμό. Οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να θεσπίσουν πρόγραμμα σταθεροποίησης, όταν η φορολογική βάση εξαφανίστηκε. Το ελληνικό πρόγραμμα που θεσπίστηκε ήταν παρόμοιο με εκείνα που καθιερώθηκαν από τις άλλες χώρες. Σε αντίθεση με τις άλλες περιπτώσεις, η σταθεροποίηση του επιπέδου των τιμών δεν ήταν ως συνέπεια της αρχικής προσπάθειας. Αυτό συνέβη 18 μήνες αργότερα, όταν, σε μια τρίτη μεταρρύθμιση υπογράφηκε η Αγγλο-Ελληνική σύμβαση, με την οποία το φορολογικό σύστημα ενισχύθηκε και η ανεξάρτητη νομισματική αρχή (η Επιτροπή Ελέγχου του νομίσματος που δημιουργήθηκε), δεσμεύτηκε να διατηρήσει σταθερές τις τιμές.

Το συνολικό κόστος της σταθεροποίησης δεν μπορεί να αξιολογηθεί με ακρίβεια, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να ήταν μικρό. Λόγω της σοβαρής αστάθειας που δημιούργησε ο Δευτερος Παγκόσμιος πόλεμος και την απουσία πολλών κλιμακωτών μακροπρόθεσμων ονομαστικών συμβάσεων, το κόστος που ανέλαβε η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ενδεικτικό του κόστους που άλλες χώρες με υψηλό πληθωρισμό κλίθηκαν να καλύψουν.

Facebook Comments